Ταξική Αντεπίθεση (Ομάδα Αναρχικών και Κομμουνιστών)

Κείμενο του φυλακισμένου συντρόφου Πολύκαρπου Γεωργιάδη.

Η φούσκα χρέους ως πολιορκητικός κριός για την άλωση εργατικών και λαϊκών κεκτημένων

1.

“Η κατάσταση είναι πολύ εύθραυστη και φαινομενικά μικρά πράγματα μπορούν να έχουν μεγάλο αντίκτυπο (…) Κάποια άλλα ερωτήματα χρειάζονται περισσότερη διερεύνηση: είναι για παράδειγμα δυνατόν να συνδεθεί ο αγώνας στην Ελλάδα με την αντιιμπεριαλιστική πολιτική και με μια ευρεία διεθνή προοπτική; Σε κάθε περίπτωση, κανένας από αυτούς τους αγώνες δεν μπορεί να διεξαχθεί αποτελεσματικά χωρίς την κατανόηση των παγκόσμιων ταξικών δομών του καπιταλισμού και χωρίς την επιδίωξη της παγκόσμιας ισότητας στα επίπεδα διαβίωσης”.

Torkil Lauesen, μέλος της “Ομάδας Blekingegade” [1]

“Σκέψου παγκόσμια, δράσε τοπικά”, έλεγε ένα παλιό σύνθημα του κινήματος ενάντια στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση. Η χάραξη επαναστατικής στρατηγικής που θα αναπτύξει συγκεκριμένους και στοχευμένους αγώνες, οι οποίοι θα ξεφύγουν από την αυτοαναφορικότητα και τη σεχταριστική λογική των διαφόρων “νησίδων” μικρόκοσμου, απαιτεί συλλογική μελέτη και κινηματική εμβάθυνση στην ανάλυση της εν εξελίξει καπιταλιστικής κρίσης, στις ιλιγγιώδεις μεταβολές των διεθνών εξελίξεων, στην κατάσταση της παγκόσμιας και τοπικής οικονομίας και στις συνεχείς ανακατατάξεις των γεωπολιτικών ανταγωνισμών και ισορροπιών. Απαιτεί περισκοπική σκέψη: “σε βάθος χρόνου και εδαφών, πολλαπλών συσχετισμών και διαδρομών ισχύος”. Απαιτεί το ξεβόλεμα από την εύκολη και εύπεπτη συνθηματολογία και την ιχνηλάτηση του εδάφους πάνω στο οποίο ξεδιπλώνεται η ταξική πάλη. Όπως γράφει ο Δημήτρης Κουφοντίνας: “Η πάλη των τάξεων αναπτύσσεται σε εδαφική βάση -σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Όπως και σε εδαφική βάση, χερσαία και θαλάσσια, αναπτύσσεται και προβάλλεται η ισχύς του ιμπεριαλισμού. Ο οποίος αξιολογεί τα εδάφη του πλανήτη ανάλογα με τη θέση τους για τον έλεγχο των δρόμων μεταφοράς ενεργειακών πόρων και εμπορευμάτων. Ανάλογα με το πως εξασφαλίζουν την άμυνα των ιμπεριαλιστικών κέντρων ή πως περικυκλώνουν τις εδαφικές βάσεις των ανταγωνιστών”. [2]

Αδίκως για πολλά χρόνια η οικονομική και γεωπολιτική ανάλυση του παγκόσμιου συσχετισμού ισχύος απαξιώθηκε στους χώρους μας ως κάτι ξεπερασμένο, ως “αριστερισμός” και “οικονομισμός”. Πολλές φορές ο ανταγωνισμός κεφαλαίου/εργασίας στριμώχθηκε σε αποστειρωμένα ιδεολογικά εργαστήρια που αγνοούσαν το ευρύτερο περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννιόταν και αναπτυσσόταν η ταξική πάλη και υποτιμούσαν τους παράγοντες που συνυπάρχουν διαλεκτικά και αλληλεπιδρούν μαζί της: “Είτε αρέσει είτε όχι, οι τάξεις και οι αγώνες που τις φέρνουν σε αντιπαράθεση δεν εξελίσσονται μέσα σε ένα αποστειρωμένο περιβάλλον, εξαγνισμένο από κάθε ενοχλητική περίσταση. Ανάμεσά τους, η γεωστρατηγική δραστηριοποίηση των διαφόρων κρατικών-καπιταλιστικών φατριών και φραξιών είναι -σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό- πάντοτε παρούσα”. [3]

στο κείμενο αυτό θα γίνει μια απόπειρα εξέτασης των εξελίξεων στην παγκόσμια, ευρωπαϊκή και ελληνική οικονομία στη χρονιά της συνδυασμένης υγειονομικής/οικονομικής κρίσης. Των εξελίξεων εκείνων που οδηγούν στη συγκυριακή μεταβολή της τακτικής του κεφαλαίου και στην υιοθέτηση ενός “πολεμικού κεϋνσιανισμού” με ένα γιγαντιαίο “νέο σχέδιο Μάρσαλ”. Το έδαφος της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας, βεβαίως, δεν είναι καθόλου παρθένο. Η κρίση του 2008 δεν έχει ξεπεραστεί, ενώ η παγκόσμια οικονομία είναι ναρκοθετημένη με ένα κολοσσιαίο χρέος το οποίο το 2021 αναμένεται να ξεπεράσει το 400% επί του παγκόσμιου ΑΕΠ! Οι συστημικές δεξαμενές σκέψης δεν κρύβονται: η γιγάντωση του χρέους προλειαίνει το έδαφος για έναν νέο κύκλο επίθεσης του κεφαλαίου. Για να δαμαστεί το χρέος πρέπει πρώτα απ’ όλα να δαμαστούν οι λαϊκές αντιστάσεις και η προλεταριακή απειθαρχία. Ταυτόχρονα, η όξυνση των αστικών και ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών δημιουργεί ένα κουβάρι αντιπαλοτήτων και συμμαχιών, έναν γόρδιο δεσμό που μπορεί να κοπεί μονάχα με ένα ξέσπασμα ενός νέου ιμπεριαλιστικού πολέμου για το μοίρασμα του κόσμου και των σφαιρών επιρροής.

Οι κινηματικές αναλύσεις, βεβαίως, δε είναι ακαδημαϊκές ασκήσεις επί χάρτου ή φλύαρες ασκήσεις ύφους. Είναι οδηγός πολιτικής δράσης και οφείλουν να καταλήγουν στη χάραξη πολιτικής κατεύθυνσης και πρότασης αγώνα. Ακόμα και οι πιο σωστές αναλύσεις είναι κούφια λόγια αν δεν μπαίνουν στη διαδικασία πολιτικής συγκρότησης και οργάνωσης, αν δεν βγουν από τα θεωρητικά εργαστήρια στον καθαρό αέρα της πρακτικής δραστηριότητας. Δεν πρέπει να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας: τις τελευταίες δεκαετίες υπάρχει τεράστια οπισθοχώρηση του επαναστατικού κινήματος, το οποίο ταλανίζεται από κρίση στρατηγικής. Η έμπρακτη αυτοκριτική είναι άγνωστη έννοια για την κουρασμένη, αναιμική και γερασμένη αριστερά, ενώ το αναρχικό κίνημα παρά τη μεγάλη ζωτικότητα που το διακρίνει φαίνεται να αδυνατεί (ή να μη θέλει) να καλύψει το κενό. Βεβαίως, οι λαϊκές αντιστάσεις και οι εξεγέρσεις σε ολόκληρο τον πλανήτη μας χτυπάνε καμπανάκι αφύπνισης και οφείλουμε να τις αφουγκραστούμε, να διδαχθούμε από αυτές και να μελετήσουμε τις αντιφάσεις τους. Το επαναστατικό κίνημα (αν θέλει να είναι τέτοιο και όχι ένα απλό κίνημα πολιτισμικής αντικουλτούρας) έχει χρέος να ενοποιήσει την αυθόρμητη λαϊκή δυσαρέσκεια κάτω από ένα συνεκτικό όραμα επαναστατικής αλλαγής. Η ιστορική εμπειρία μάς διδάσκει πως η έλλειψη στρατηγικής του επαναστατικού κινήματος πολλές φορές οδηγεί τη λαϊκή δυσαρέσκεια στη σοσιαλδημοκρατική αφομοίωση, τη φασιστική αντεπανάσταση ή στην υπαγωγή ορισμένων εξεγέρσεων στους ιμπεριαλιστικούς γεωστρατηγικούς σχεδιασμούς. Μέσα σ’ αυτούς τους αρνητικούς συσχετισμούς αν θέλουμε να επανεκκινήσουμε την επαναστατική προοπτική και να κατευθύνουμε την πολιτική μας ενέργεια στην υπηρεσία αυτής της υπόθεσης, πρέπει πρώτα απ’ όλα να κατανοήσουμε πως ξεκινάμε από θέση ήττας και άμυνας. Ο καπιταλισμός, παρ’ ότι βρίσκεται σε διαρκή δομική κρίση, δεν απειλείται πλέον, όπως συνέβαινε τους δύο προηγούμενους αιώνες. Φλυαρεί για το “τέλος της ιστορίας” γιατί είναι ικανός να απορροφά τους κραδασμούς. Αν θέλουμε να δημιουργήσουμε πάλι ένα αντίπαλο δέος (αποφεύγοντας τα λάθη του παρελθόντος που βούλιαξαν στην ύφεση το επαναστατικό εγχείρημα) ρέπει να επανασυσπειρώσουμε τις δυνάμεις μας, να μη μεγεθύνουμε τις διαφορές μας, να βρούμε το κοινό έδαφος δράσεων και να συγκροτήσουμε ένα μέτωπο αντίστασης που θα σταθεί ανάχωμα στην επίθεση του κεφαλαίου, στη νέα αυταρχική επέλαση των κρατών και στην πολεμική προπαρασκευή του ιμπεριαλισμού. Να οργανώσουμε τις αντιστάσεις μας πριν μας συνθλίψει η Σιδερένια Φτέρνα της εξουσίας…

2.

Το 2020 έκλεισε με μια βαθιά και παγκόσμια συνδυασμένη οικονομική/υγειονομική κρίση να βρίσκεται σε εξέλιξη. Η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία, η οποία έτσι κι αλλιώς ήταν σε φάση επιβράδυνσης από το 2018 και ποτέ δεν συνήλθε από την κρίση του 2008, βυθίστηκε σε μια πρωτοφανή ύφεση: σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο η συρρίκνωσή της κατά τη διετία 2020-2021 αναμένεται να φτάσει στα 11 τρισεκατομμύρια ευρώ και η κρίση μπορεί να συγκριθεί με το μεγάλο κραχ του 1929. Ταυτόχρονα, τα δημοσιονομικά ελλείμματα θα φτάσουν στο υψηλότερο σημείο από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, ως τα τέλη του 2021 θα οδηγηθούν σε επίπεδα ακραίας φτώχειας επιπλέον 150 εκατομμύρια άνθρωποι (διαβίωση με λιγότερα από 1,90 δολάρια την ημέρα), ενώ σύμφωνα με τον ΟΗΕ ένας στους τριάντα τρείς ανθρώπους παγκοσμίως το 2021 θα καλύψει τις ανάγκες του για τροφή, στέγαση και υγιεινή μόνο με παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας (αύξηση κατά 40% σε σχέση με το 2020). Με δύο λόγια, η οικονομική κρίση μετατρέπεται σε επισιτιστική σε μεγάλο μέρος του πλανήτη, καθώς 2,7 δισεκατομμύρια άνθρωποι έχουν αποκλειστεί από κρατικά επιδόματα ενίσχυσης λόγω της πανδημίας.

Παρά την καπιταλιστική ουτοπία της καθιέρωσης ενός παγκόσμιου περιβάλλοντος οικονομικής σταθερότητας, που εκφράστηκε από τη δεκαετία του 1990, η επιδιωκόμενη ομαλοποίηση της διεθνούς οικονομίας δεν ήρθε ποτέ. Οι αστοί οικονομολόγοι εξηγούν τη διαρκή κρίση του καπιταλισμού ως μια απλή τεχνοκρατική δυσλειτουργία, ως “έλλειψη κανόνων” στις αγορές κι άλλες τέτοιες φλυαρίες. Δεν είναι ούτε τα “εμπόδια και οι αστοχίες στη ροή έγκυρης πληροφόρησης”, ούτε η “πολιτικοποίηση του ΔΝΤ”, ούτε άλλα συγκυριακά φαινόμενα (όπως η σημερινή πανδημία) που δημιουργούν κρισιακούς κύκλους στην παγκόσμια οικονομία. Είναι οι ίδιες οι δομικές αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής: η κρίση βρίσκεται στον πυρήνα του καπιταλισμού, είναι νομοτελειακή και αναπόφευκτη.

Για να έρθουμε πίσω στο 2020, με μια σύντομη ματιά στα στοιχεία που δημοσιεύουν οι συστημικές δεξαμενές σκέψης, παρατηρούμε:

-Την τεράστια κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας, την καθήλωση ολόκληρων τομέων της καπιταλιστικής οικονομίας, τη μείωση του όγκου παγκόσμιου εμπορίου αγαθών και υπηρεσιών και τη θεαματική μείωση της τουριστικής δαπάνης και των μεταφορών.

-Τη ραγδαία αύξηση των λιμναζόντων κεφαλαίων, δηλαδή του όγκου συσσωρευμένων κεφαλαίων που δεν βρίσκουν τα κατάλληλα πεδία και τους όρους αξιοποίησης με τη μέγιστη δυνατή κερδοφορία.

-Την παράλληλη τάση των νοικοκυριών προς την αποταμίευση, εξ αιτίας των συνθηκών γενικευμένης αβεβαιότητας που γεννά η υγειονομική/οικονομική κρίση. Οι κυβερνήσεις των ανεπτυγμένων οικονομιών υιοθέτησαν την ιδέα του “χρήματος από το ελικόπτερο” του Μίλτον Φρίντμαν, με σκοπό την ενθάρρυνση της κατανάλωσης και την άμεση τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας με την απευθείας πίστωση ενός ποσού στους τραπεζικούς λογαριασμούς των πολιτών τους. Ωστόσο, ο φόβος για το μέλλον και η ρευστότητα της κατάστασης δημιουργεί τάσεις συγκράτησης, συντηρητικής διαχείρισης και ροπή προς την αποταμίευση.

-Τη δυσαναλογία ανάμεσα στο παγκόσμιο ΑΕΠ που συρρικνώνεται και τη φούσκα τραπεζικών παραγωγών: σύμφωνα με την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών BIS ενώ το παγκόσμιο ΑΕΠ ανέρχεται στα 63 τρισεκατομμύρια δολάρια, ο συνολικός τζίρος των παραγωγών είναι δεκαπλάσιος, αγγίζοντας τα 630 τρισεκατομμύρια.

-Τη δυσαρμονία ανάμεσα στην πολιτική ενίσχυσης του τραπεζικού συστήματος από τις κυβερνήσεις των ανεπτυγμένων οικονομιών και την απροθυμία των τραπεζών να μεταβιβάσουν τη ρευστότητα στην “πραγματική οικονομία”, υπό το φόβο της έκρηξης των “κόκκινων” μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η δυσαρμονία αυτή αναμένεται να δημιουργήσει μαζική κατάρρευση μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και αύξηση των απολύσεων και της ανεργίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης η ανεργία στις χώρες της Ευρωζώνης από το 7,6% που βρισκόταν το 2019 θα εκτιναχθεί στο 9,3% το 2021. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος (“Νομισματική Πολιτική, Ενδιάμεση Έκθεση, Δεκέμβριος 2020”): “Οι προοπτικές στην αγορά εργασίας διαγράφονται δυσοίωνες, υπό το πρίσμα της αναιμικής ανάκαμψης της οικονομικής δραστηριότητας και της άρσης των μέτρων στήριξης των επιχειρήσεων και της απασχόλησης (…) Η βραδεία βελτίωση των συνθηκών στην αγορά εργασίας και η αναιμική αναπτυξιακή δυναμική ενισχύουν τους κινδύνους για φαινόμενα υστέρησης και υψηλά επίπεδα ανεργίας μεσοπρόθεσμα”.

-Τον κίνδυνο νέων δημοσιονομικών και οικονομικών κρίσεων που θα αντιμετωπίσουν οι πιο “ευάλωτες” οικονομίες εξαιτίας της επιδείνωσης των χρηματοπιστωτικών συνθηκών. Όπως αναφέρει ο Raffaele Sciortino: “Θα ανοίξει ακόμα περισσότερο η ψαλίδα ανάμεσα στα κράτη με διαθέσιμα ταμειακά αποθέματα και ισχυρές οικονομίες και κράτη ήδη γονατισμένα από το χρέος και αδύναμες οικονομίες. Όσον αφορά την ίδια την ΕΕ, κάτι τέτοιο θα σημάνει ραγδαίες συνέπειες, οι οποίες ενδέχεται να θέσουν το Βερολίνο ενώπιον της δραματικής εναλλακτικής διαλογής, για διάσωση της ΕΕ και του ευρώ με απώλεια της εσωτερικής κοινωνικής και οικονομικής σταθερότητάς της ή για διάσωση του εαυτού της και εγκατάλειψη του ευρώ και της ΕΕ, τουλάχιστον από τη μορφή με την οποία είναι γνωστή ως και σήμερα”.

-Τη διατήρηση των αβεβαιοτήτων που προϋπήρχαν της πανδημίας, όπως η έλλειψη συνοχής στο ευρωατλαντικό μπλοκ (ζητήματα που διαρρηγνύουν την “διατλαντική ενότητα”, γκρίνια των ΗΠΑ για “παρασιτισμό των συμμάχων στη διαδικασία συλλογικής άμυνας”, ανταγωνισμός ΗΠΑ-Γερμανίας[4]), τάσεις απογαλακτισμού της ΕΕ από τις ΗΠΑ [5], χάσμα Βορρά-Νότου στο εσωτερικό της ΕΕ κλπ.), ο σκληρός ενεργειακός ανταγωνισμός και η ευρωπαϊκή εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο [6], η στρατιωτική, οικονομική και πολιτική περικύκλωση της Ρωσίας από ΗΠΑ, ΕΕ και ΝΑΤΟ, οι απαντήσεις της Ρωσίας (συμμαχία με Κίνα [7], ντε φάκτο διχοτόμηση της Ουκρανίας μετά το φιλοδυτικό πραξικόπημα του Μαϊντάν το 2014, προσάρτηση Κριμαίας, διατήρηση φιλικών καθεστώτων όπως του Άσαντ και του Λουκασένκο [8], κλπ.), τα εκκρεμή γεωπολιτικά ζητήματα, οι ανταγωνισμοί περιφερειακών δυνάμεων (όπως Ιράν/Ισραήλ, Κατάρ/Σαουδική Αραβία) [9], η πύκνωση των “ψυχρών”, “θερμών” και ενδιάμεσων συγκρούσεων κλπ.

Μέσα σ’ αυτό το κουβάρι πολύπλοκων αστικών και ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και των συνεχών ανακατατάξεων συμμαχιών και συγκρούσεων στις ρευστές διεθνείς σχέσεις, ξεχωρίζει ο οξύς και πολύπλευρος ανταγωνισμός ΗΠΑ-Κίνας (εμπορικός, οικονομικός, διπλωματικός, τεχνολογικός και στρατιωτικός). Σύμφωνα με τη “Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας” (2017) και τη “Στρατηγική Εθνικής Άμυνας” (2018) των ΗΠΑ, η Κίνα είναι ο βασικότερος ανταγωνιστής της παγκόσμιας αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας και οι φιλοδοξίες της πρέπει να περιορισθούν μέσω προληπτικής δράσης. Η Κίνα χαρακτηρίζεται από τις αμερικανικές δεξαμενές σκέψης ως κύρια ζωτική απειλή για τα οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ και ως ρεβιζιονιστική δύναμη που επιχειρεί να μεταβάλλει την παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων. Ενδεικτικό της ανησυχίας των ΗΠΑ για την “κινεζική απειλή” είναι το παρακάτω απόσπασμα από άρθρο του A. Schiff: “Η Kοινοβουλευτική Επιτροπή Πληροφοριών (House Intelligence Committee) έχει περάσει τα τελευταία δύο χρόνια εξετάζοντας εάν ο μηχανισμός πληροφοριών του έθνους μας έχει σωστή εστίαση, στάση και πόρους για να κατανοήσει τις πολλές διαστάσεις της κινεζικής απειλής, και αν προετοιμάζεται να συμβουλεύει τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής για τους τρόπους αντίδρασης. Πραγματοποιούμε εκατοντάδες ώρες συνεντεύξεων, επισκεφθήκαμε εγκαταστάσεις που λειτουργούν από πάνω από δώδεκα υπηρεσίες πληροφοριών και εξετάσαμε χιλιάδες αναλυτικές εκτιμήσεις προκειμένου να δημιουργήσουμε μια απόρρητη αναφορά με μια δημόσια περίληψη και προτάσεις. Αυτό που βρήκαμε ήταν ανησυχητικό. Οι υπηρεσίες πληροφοριών του έθνους μας δεν είναι έτοιμες -ούτε καν λίγο. Χωρίς μια σημαντική αναπροσαρμογή των πόρων και της οργάνωσης, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα είναι έτοιμες να ανταγωνιστούν την Κίνα στην παγκόσμια σκηνή για τις επόμενες δεκαετίες”. [10]

Από την άλλη πλευρά, η Κίνα χτίζει έναν δυναμικό καπιταλισμό κάτω από τα σφυροδρέπανα και υπό το βλέμμα του Μάο. Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ που κουβαλούν στις πλάτες τους δεκαετίες παρεμβατικής πολιτικής (επομένως και πολύπλευρης φθοράς) [11], ο κινέζικος ιμπεριαλισμός είναι πιο συγκρατημένος σε σχέση με το μέγεθος και το διεθνές εκτόπισμα της οικονομίας του, ενώ ακολουθεί την τακτική της συσσώρευσης δυνάμεων και επέκτασης του ζωτικού του χώρου χωρίς τυμπανοκρουσίες και φλυαρίες, έχοντας σα δόγμα τη συμβουλή του Ντεγκ Σιαοπίνγκ: “Κρύψτε τη δύναμή σας, πάρτε τον χρόνο σας”. Παρά, όμως, τον στρατηγικό ανταγωνισμό τους, ΗΠΑ και Κίνα συνδέονται με ισχυρό βαθμό αλληλεξάρτησης και αλληλοδιείσδυσης των οικονομιών τους. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ως οι εξαγωγές των ΗΠΑ προς την Κίνα έχουν αυξηθεί κατά 527% από το 2001, ενώ το 2018 η Κίνα ήταν ο μεγαλύτερος προμηθευτής εμπορευμάτων στις ΗΠΑ. Επίσης, τεράστιο τμήμα του αμερικανικού χρέους βρίσκεται στα χέρια του Πεκίνο. Αυτός ο τεράστιος βαθμός αλληλεξάρτησης δημιουργεί και την αντίστοιχη αναγκαιότητα εξεύρεσης σημείων ισορροπίας ανάμεσα στους δύο μεγάλους ανταγωνιστές. Όπως δήλωσε ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα, Τζέφρι Πάιατ: “Θα κάνουμε μια συζήτηση σχετικά με το πως θα επιτύχουμε την ισορροπία στην αντιμετώπιση της πρόκλησης που παρουσιάζει η Κίνα. Οι κινέζοι δεν πρόκειται να φύγουν, η εμπορική σχέση ΗΠΑ-Κίνας θα παραμείνει πολύ μεγάλη, αλλά ο μεγαλύτερος όγκος εμπορίου και επενδύσεων στον κόσμο παραμένει αυτός που διασχίζει τον Ατλαντικό Ωκεανό μεταξύ Ευρώπης και Βόρειας Αμερικής” (συνέντευξη Πάιατ στην Καθημερινή, Ιούνιος 2020).

Από τη θέση της η Ε.Ε. χαρακτηρίζει επίσης την Κίνα ως “συστημικό αντίπαλο” [12], αλλά επιδιώκει μια συμπεριληπτική πολιτική και εξομάλυνση των σχέσεων ανάμεσα στους δύο πόλους. Αξίζει να σημειωθεί πως από το 2014 Κίνα και Γερμανία συνδέουν στενά τις οικονομίες τους με την “ολοκληρωμένη στρατηγική εταιρική σχέση”. Η Γερμανία είναι ο κορυφαίος εμπορικός εταίρος της Κίνας στην Ευρώπη και μια από τις λίγες χώρες που διατηρεί εμπορικό πλεόνασμα με τον “κίτρινο δράκο”. Χιλιάδες γερμανικές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στην Κίνα, γεγονός που οδήγησε τον Ιανουάριο του 2019 τον Σύνδεσμο Βιομηχάνων να καλέσει τις εταιρείες να μειώσουν την εξάρτησή τους από την κινεζική αγορά.

Αρκετά, όμως, πλατειάσαμε. Θα επιστρέψουμε στο ζήτημα των γεωπολιτικών ισορροπιών και ανταγωνισμών σε ένα από τα επόμενα κείμενα…

3.

Μέσα στο πλαίσιο που περιγράφηκε πιο πάνω, όλες οι προβλέψεις των συστημικών δεξαμενών σκέψης μιλάνε για μια ανάκαμψη από το 2011, η οποία, όμως, θα είναι ασθενής, ανισόμετρη και εύθραυστη. Άλλωστε, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, το παγκόσμιο ΑΕΠ το 2021 θα είναι μόλις 0,6% πάνω από το αντίστοιχο του 2019. “Ατμομηχανή” της αναιμικής αυτής ανάκαμψης θα είναι η Κίνα, η οποία είναι η μοναδική χώρα που το 2020 σημείωσε μια μικρή ανάπτυξη ύψους 1,8%. Αντίστοιχα, η συμβολή των ΗΠΑ και της ΕΕ αναμένεται να είναι σαφώς μικρότερη σε σχέση με τη βαρύτητα των οικονομιών τους. Ωστόσο, όλες οι προβλέψεις χαρακτηρίζονται από αβεβαιότητα εξαιτίας των πολυάριθμων αστάθμητων παραγόντων και της ρευστότητας των συνθηκών.

Μπροστά στις προκλήσεις που δημιούργησε το ξέσπασμα της πανδημίας οι κυβερνήσεις των ανεπτυγμένων οικονομιών (ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, ΕΕ, Κίνα, Ιαπωνία), για να τιθασεύσουν την κρίση ακολούθησαν μια “υπερ-χαλαρή” επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, εμβολιάζοντας τις οικονομίες τους με φθηνό χρήμα. Η ΕΕ προχώρησε στην εκπόνηση ενός “σχεδίου ανάκαμψης” της καπιταλιστικής οικονομίας αποτελούμενο από δύο σκέλη: το ενισχυμένο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2021-2027, ύψους 1,074 τρισεκατομμυρίων ευρώ, και το Next Generation EU (NGEU), που θα αντλήσει πόρους ύψους 750 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η αποπληρωμή των ομολόγων που θα εκδοθούν στο πλαίσιο της εφαρμογής του NGEU θα διαρκέσει από το 2028 έως το 2058. Η δημοσιονομική χαλάρωση και η νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), παρ’ ότι αποτελεί προσωρινή λύση που επιβλήθηκε λόγω των έκτακτων συνθηκών, δημιουργεί επικρίσεις από νεοφιλελεύθερη σκοπιά: η παρεκκλίνουσα αυτή πολιτική συσσωρεύει ακραίες φούσκες, δημιουργεί στρεβλώσεις και ανισορροπίες στις αγορές, καθώς και ψευδή αίσθηση ασφάλειας, αφού συγκαλύπτει τους πραγματικούς κινδύνους για την ευρωπαϊκή οικονομία. Η νεοφιλελεύθερη κριτική στον “κεϋνσιανισμό έκτακτης ανάγκης” θεωρεί πως η ΕΚΤ μετατρέπεται σε όμηρο των κρατών που βρίσκουν την ευκαιρία να διαιωνίζουν τις διαρθρωτικές τους ανισορροπίες εξαιτίας του χαμηλού κόστους χρέους που βάζει πλάτη στον “φαύλο κύκλο” και δικαιώνει τις “φωνές του λαϊκισμού”. Τα χαμηλά ή αρνητικά επιτόκια και η υψηλή ρευστότητα αποτελούν κίνητρο για την αύξηση του χρέους, ενώ ο ισολογισμός της ΕΚΤ έχει φτάσει στο 61% του ΑΕΠ της Ευρωζώνης, την ίδια ώρα που ο αντίστοιχος ισολογισμός της FED φτάνει στο 34% του ΑΕΠ των ΗΠΑ.

Νομοτελειακό αποτέλεσμα αυτής της επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής ήταν η εκτόξευση του δημόσιου χρέους της Ευρωζώνης από 83,9% (2019) στο 98,4% (2020), με πρόβλεψη να ξεπεράσει το 100%. Αντίστοιχα, στις ΗΠΑ το χρέος εκτινάχθηκε από 108,7% στο 131,2%, στην Ιαπωνία από 238% στο 266,2%, στο Ηνωμένο Βασίλειο από 85,4% στο 104,4%, στην Κίνα από 52,6% στο 61,7% και στη Ρωσία από 13,9% στο 18,9%. Πέρα από τη νεοφιλελεύθερη κριτική, όμως, στην πραγματικότητα η τεράστια φούσκα χρέους προϋπήρχε της πανδημίας. Η υγειονομική κρίση δεν έκανε τίποτε άλλο από το να επιταχύνει προϋπάρχουσες οικονομικές τάσεις. Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Διεθνής Χρηματοοικονομικής (IIF) το παγκόσμιο χρέος (ιδιωτικό και κρατικό) θα εκτιναχθεί στα 277 τρισεκατομμύρια δολάρια. Έτσι, το παγκόσμιο χρέος από 200% επί του παγκόσμιου ΑΕΠ που βρισκόταν τ 2010, έφτασε στο 365% το 2020, ενώ για το 2021 εκτιμάται πως θα ξεπεράσει το 400%. Σε δυσχερέστερη θέση βρίσκονται οι ανεπτυγμένες οικονομίες, οι οποίες συσσωρεύουν τεράστιους όγκους χρέους. Σύμφωνα με τη γενική διευθύντρια του IΙF, Σόνγια Γκιμπς: “Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, οι κυβερνήσεις στις ανεπτυγμένες αγορές απειλούνται από ένα είδος στασιμοπληθωρισμού -εξασθημένη ανάπτυξη, μείζον πληθωρισμό αν παραμένει χαμηλά επ’ αόριστο. Αυτό είναι ένα μεγάλο πρόβλημα”. Είναι αξιοσημείωτο, λέει το IIF, πως παρά τη θεαματική μεγέθυνση του χρέους και του δανεισμού υπάρχει εμφανής αδυναμία της οικονομίας να αναπτυχθεί με υψηλούς ρυθμούς. Η αναιμική ανάπτυξη συνδυασμένη με τα υψηλά επίπεδα χρέους δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα κρίσης.

Πίσω, όμως, από τις στατιστικές και την τεχνοκρατική γλώσσα βρίσκονται ανθρώπινες ζωές και όχι αριθμοί. Οι ζωές των “από τα κάτω” για ακόμη μια φορά θα συνθλιβούν στις μυλόπετρες της καπιταλιστικής κρίσης. Το ΔΝΤ, άλλωστε, δεν κρύβει τις προθέσεις των ισχυρών: για να δαμαστεί η κούρσα υπερχρέωσης “επιβάλλεται να ληφθούν μετά το τέλος της πανδημίας αυστηρά μέτρα λιτότητας”. Και ο ευρωβουλευτής της ΔΝΤ Γ. Κύρτσος παραδέχθηκε σε συνέντευξή του στην Deutche Welle στις 27 Νοεμβρίου του 2020: “Από τα τέλη του 2021 οι Ευρωπαίοι εταίροι και πιστωτές θα αρχίσουν να σφίγγουν τα λουριά”…

Με δυο λόγια, η διαχείριση της τεράστιας φούσκας χρέους θα γίνει με το μαστίγιο: με την ένταση της εκμετάλλευσης, την αυταρχικοποίηση, τη φτωχοποίηση, την κατασταλτική διαχείριση της ταξικής πάλης. Όπως αναφέρει ο R. Sciortino: “Τα κράτη, με τα χρέη φουσκωμένα, θα βρεθούν ενώπιον του μοναδικού τρόπου που είναι καπιταλιστικά εφικτός: δηλαδή, να μειώσουν τις κοινωνικές δαπάνες και να καταστήσουν τις οικονομίες τους ανταγωνιστικότερες. Οι εταιρείες θα προχωρήσουν σε περαιτέρω διαδικασίες συγκεντροποίησής τους, αφήνοντας πίσω τους, σωριασμένες στο πεδίο μάχης, τις επιχειρήσεις-φάντασμα που τεχνητά επέζησαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων δέκα χρόνων. Οι κοινωνικές υποδομές θα βγουν διαλυμένες, μέσα από τον άμεσο περιορισμό των εισοδημάτων και των αποταμιεύσεων των προλετάριων και των μισθωτών μεσαίων τάξεων, καθώς και από την εξαφάνιση ή τη συμπίεση ενός μεγάλου μέρους της παραγωγικής μεσαίας τάξης”.

4.

Τον Αύγουστο του 2018 η αριστεροδεξιά συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, ανακοίνωσε πανηγυρικά την “έξοδο από τα μνημόνια”. Η “έξοδος” αυτή, βεβαίως, είχε την ίδια αξία με το “σκίσιμό” τους το 2015. Απλούστατα, η ελληνική οικονομία έμπαινε σε ένα μνημόνιο διαρκείας με καθεστώς ενισχυμένης “μεταμνημονιακής” εποπτείας. Στη “μεταμνημονιακή” αυτή παρένθεση δεν άλλαξε τίποτα από τον πυρήνα της αντεργατικής/αντιλαϊκής πολιτικής, πέρα από ελάχιστα ημίμετρα-ασπιρίνες για τον καρκίνο. Η έναρξη της πανδημίας τον Μάρτιο του 2020 βρήκε την ελληνική οικονομία σε ακόμα πιο δυσχερή θέση σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, εξαιτίας της αδιάλειπτης δεκαετούς κρίσης, της πρωτοφανούς πολυετούς ύφεσης, της “πολεμικής” συρρίκνωσης του ΑΕΠ και της εφαρμογής αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας με υψηλά “αιματοβαμμένα” πλεονάσματα. Δέκα χρόνια μετά το ξεκίνημα της ειδικής μνημονιακής έκφρασης της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης, η κυβέρνηση της ΝΔ ακολούθησε την πολιτική του “λεφτόδεντρου”, με προνομιακή μεταχείριση και εξυπηρέτηση επιχειρηματικών συμφερόντων. Ο νέος εκτροχιασμός του δημόσιου ελλείμματος και του κρατικού χρέους ήταν αναπόφευκτος. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης θα ανέλθει στο 9,4% επί του ΑΕΠ, ενώ το 2019 υπήρχε πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 4,5% [13]. Το κρατικό χρέος αναμένεται να ξεπεράσει το 210% επί του ΑΕΠ (από 180,5% το 2019), ενώ αναμένεται να μειωθεί στο 207,6% το 2021 και στο 194,6% το 2022. Ας θυμηθούμε πως η Ελλάδα μπήκε στα μνημόνια με ένα χρέος ύψους 120% επί του ΑΕΠ. Παρ’ όλα αυτά, μεσούσης της νέας κρίσης χρέους η MOODY’s αναβάθμισε το αξιόχρεο της Ελλάδας. Άβυσσος η ψυχή των οίκων αξιολόγησης…

Ταυτόχρονα, σύμφωνα με την έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος, η ύφεση της οικονομίας θα κυμανθεί γύρω στο 10%, ενώ το 2020 μειώθηκαν τα εισοδήματα και η απασχόληση, αυξήθηκαν οι “αποχωρήσεις από την αγορά εργασίας”, αυξήθηκαν οι ανισότητες, υποχώρησε η ιδιωτική κατανάλωση, μειώθηκαν οι εξαγωγές και ο δείκτης όγκου βιομηχανικής παραγωγής, παρατηρήθηκε η αναβολή των πολυδιαφημισμένων “αναπτυξιακών” επενδύσεων αποφάσεων, ενώ υπάρχουν έντονοι φόβοι για τη δημιουργία μιας νέας γενιάς μη εξυπηρετούμενων δανείων που θα αυξήσουν το ήδη υψηλό απόθεμα. Παράλληλα, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις προς το Δημόσιο στο τέλος του Οκτωβρίου του 2020 έφταναν τα 106,7 δισεκατομμύρια ευρώ, με τάση μεγάλης αύξησης για το 2021. Παρατηρείται συσσώρευση απλήρωτων φόρων και ασφαλιστικών υποχρεώσεων, ενώ υπάρχει γκρίνια πως οι ρυθμίσεις οφειλών που γίνονται κατά καιρούς ναρκοθετούν τη φορολογική συμμόρφωση των πολιτών. Τέλος, η θεαματική πτώση των τουριστικών εσόδων κατά 80% (παρά το ανεξέλεγκτο άνοιγμα του τουρισμού που προκάλεσε το πολύνεκρο δεύτερο κύμα της πανδημίας) οδήγησε σε σημαντικό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Όπως είπαμε και παραπάνω, η ΕΕ τον Ιούλιο του 2020 για να ρυθμίσει τα προβλήματα που δημιουργούσε η κρίση, εγκαινίασε το “νέο μέσο ανάκαμψης” NGEU (συμπληρωματικό του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου 2021-2027). Σκοπός είναι η χορήγηση φθηνού και ζεστού χρήματος στα κράτη-μέλη, ώστε: “να αντιμετωπιστούν οι οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της κρίσης COVID-19, καθώς και τα ζητήματα που προκύπτουν από την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση. Πυρήνας του NGEU είναι ο Μηχανισμός Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (PRF), ο οποίος θα παράσχει το 90% της συνολικής χρηματοδότησης του προγράμματος για “μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις”. Προκειμένου να λάβουν στήριξη από τον PRF οι κυβερνήσεις θα πρέπει να δίνουν εισακτέες εξετάσεις με την κατάρτιση “εθνικών σχεδίων ανάκαμψης και ανθεκτικότητας”. Να δηλώνουν, δηλαδή, την πλήρη ευθυγράμμισή τους με τις ντιρεκτίβες των Βρυξελλών: “Τα σχέδια θα πρέπει να ακολουθούν τις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου και να συμβάλλουν στην ενίσχυση του αναπτυξιακού δυναμικού”. Και όπως είναι γνωστό, όταν ακούμε λέξεις όπως “μεταρρυθμίσεις”, “επενδύσεις” και “ανάπτυξη”, ανθρώπινο αίμα μυρίζει…

Αξίζει να σημειωθεί πως το 37% των κονδυλίων του PRF θα πρέπει να στηρίζει την μετάβαση στον λεγόμενο «πράσινο καπιταλισμό» και το 20% τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Η Ελλάδα δύναται να εισπράξει 32 δισεκατομμύρια ευρώ, εκ των οποίων τα 12,7 δισεκατομμύρια θα είναι δάνεια (δηλαδή επιπλέον επιβάρυνση του χρέους, άρα κι άλλα μνημόνια). Το σύνολο των δανείων θα επιχορηγηθεί από τον PRF. Με τον τρόπο αυτό η ΤτΕ υπολογίζει στην ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας (σε σχήμα V, όπως λέει κι ο αμερικανός πρέσβης), με αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,3% κατά μέσο όρο για την περίοδο 2021-2026 και «υψηλότερη τροχιά ανάπτυξης λόγω αύξησης των κρατικών δαπανών». Ταυτόχρονα, προβλέπει αύξηση των επενδύσεων κατά 19,5%, της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1,5% των εξαγωγών κατά 4,2% και οριακή μείωση των εισαγωγών κατά 0,3%. Ας αφήσουμε στην άκρη για λίγο το ερώτημα κατά πόσο είναι αξιόπιστες αυτές οι προβλέψεις και ας δούμε λίγο την παγίδα πίσω απ’ αυτήν την αισιοδοξία. Η ΤτΕ, λοιπόν, προειδοποιεί για ένα νέο φαύλο κύκλο δημοσιονομικής αστάθειας και ύφεσης, καθώς: «Σε μια οικονομία με υψηλό δημόσιο χρέος και περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο, όπως η ελληνική, η περαιτέρω δημοσιονομική επέκταση θα πρέπει να παραμείνει στοχευμένη και προσωρινού χαρακτήρα, ώστε να διαφυλαχτεί η βιωσιμότητα του χρέους και να μην κινδυνεύσει να μετατραπεί η πανδημική κρίση σε μια κρίση χρέους».

Ας κάνουμε, όμως, φραγκοδίφραγκα αυτήν την κουραστική γλώσσα των τεχνοκρατών: βασική προϋπόθεση για τη «βιωσιμότητα» του δημόσιου χρέους είναι να γίνει αβίωτος ο βίος του εργαζόμενου λαού. Όσο μεγεθύνεται το χρέος τόσο θα μεγεθύνεται και η επιθετικότητα του κεφαλαίου και του κράτους του. Η δημοσιονομική επέκταση του σήμερα προαναγγέλλει τη δημοσιονομική πειθαρχία του αύριο. Οι νέες δανειακές συμβάσεις θα φέρουν μαζί τους και νέα μνημόνια. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα επιτευχθεί η εξισορρόπηση των δημοσιονομικών εκτροχιασμών: σύμφωνα με έκθεση της Κομισιόν θα χρειαστούν 30 χρόνια λιτότητας για να δαμαστεί η κρίση χρέους. Η θέση των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων και της πολυεθνικής εργατικής τάξης θα επιδεινωθεί ακόμα περισσότερο. Είναι οι ίδιοι που σήκωσαν τα βάρη της δεκαετούς κρίσης: ήδη από το 2019, δηλαδή πριν το ξέσπασμα της πανδημίας, περισσότεροι από 3 εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονταν σε «κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού» (σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ), ενώ με βάση τα δεδομένα της Eurostat οι χαμηλόμισθοι στην Ελλάδα κατέγραψαν απώλεια εισοδήματος από μισθούς που φτάνει το 12% (δεύτερη υψηλότερη μείωση στην ΕΕ-27) και το 17,8% των κατοίκων της χώρας στερούνται δυνατότητας επαρκούς θέρμανσης.

Η αυταρχική ταξική διαχείριση της πανδημίας, λοιπόν, προαναγγέλλει την ακόμα πιο αυταρχική ταξική διαχείριση της «επόμενης μέρας». Λίγες ημέρες πριν κλείσει το 2020 η Ελληνική Αστυνομία ανακοίνωσε την αγορά ενός πανάκριβου εξοπλιστικού προγράμματος που θα στοιχίσει 31 εκατομμύρια ευρώ, την ίδια ώρα που ο κρατικός προϋπολογισμός για το 2021 προβλέπει τη μείωση των δαπανών υγείας κατά 572 εκατομμύρια ευρώ. Άκρως ενδεικτική για τη σημασία που δίνει το ελληνικό κράτος στην προληπτική του κατασταλτική οχύρωση απέναντι στον εχθρό-λαό είναι η συμμετοχή της αμερικανικής πρεσβείας στην υλικοτεχνική ενίσχυση της μπατσοκρατίας. Όπως είπε κι ο Πάιατ: «Αυτό είναι περισσότερο μια ένδειξη της συνεργασίας μας με την Ελληνική Αστυνομία. Είναι μια ταπεινή συμβολική δωρεά, η οποία έγινε σε μια κρίσιμη στιγμή, καθώς η Ελλάδα επιστρέφει στην κανονικότητα, στην εργασία. Οι αστυνομικοί βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, τόσο στην επιβολή των νόμων, αλλά και στην αντιμετώπιση έκτακτων περιστατικών. Είμαστε ευγνώμονες για την πολύχρονη συνεργασία μας με την ΕΛ.ΑΣ. στους τομείς της αντιτρομοκρατίας και το διεθνές έγκλημα. Έχουμε μια πολύ ισχυρή σχέση στην επιβολή του νόμου μέσα από το FBI, την Εσωτερική Ασφάλεια και τη Δίωξη Ναρκωτικών. Αυτή η κίνηση ήταν ένας συμβολισμός της σχέσης αυτής».

Την ίδια ώρα το δημόσιο σύστημα υγείας έμενε ανοχύρωτο από την επέλαση της πανδημίας, ενώ αγνοήθηκαν επιδεικτικά οι καταγγελίες εκατοντάδων εργαζομένων για τη μη τήρηση των υγειονομικών πρωτοκόλλων στα εργασιακά κάτεργα. Η κυβέρνηση έκανε σαφείς τις προτεραιότητές της όσο αδιαφορούσε για την υγεία και τα δικαιώματα των εργαζομένων: νομοθετούσε με έκτακτες ΠΝΠ το μπούκωμα με εκατομμύρια ευρώ στα ΜΜΕ και σε φιλικούς επιχειρηματίες, προσέφερε ασυλία για τους τραπεζίτες, ματαίωνε την εξαγγελθείσα αύξηση του βασικού μισθού, κορόιδευε τον κόσμο εμφανίζοντας ως «αύξηση μισθού» τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών (δηλαδή την αποδυνάμωση του κοινωνικού μισθού), εξασφάλιζε στη Fraport παράταση των οφειλών της προς τον ΤΑΙΠΕΔ και παρουσίαζε σαν μέτρα κατά της πανδημίας την εξαγγελία για ενίσχυση της ποιότητας του ενεργητικού των τραπεζών [14] και τη χρηματοδότηση επιχειρηματικών ομίλων. Η συνταγή δοκιμασμένη: λεφτά για το κεφάλαιο, ξύλο για τον λαό: κατασταλτικό πογκρόμ με απαγορεύσεις διαδηλώσεων, κατάργηση πανεπιστημιακού ασύλου, πειθαρχικό κώδικα για τους φοιτητές, αυστηριοποίηση του νομοθετικού πλαισίου για τις φυλακές, λυσσαλέα επίθεση στους πολιτικούς αντιπάλους του καθεστώτος. Ο κατάλογος του αυταρχικού αμόκ δεν έχει τέλος…

Στο πλαίσιο αυτής της αντεργατικής/αντιλαϊκής πολιτικής ψηφίστηκε την 26η Νοεμβρίου του 2020 ο νόμος υπ’ αριθμ. 4756 για τη «ρύθμιση θεμάτων της αγοράς εργασίας», που έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά νόμων που μεταβάλουν τον συσχετισμό ισχύος ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, δίνοντας επιπλέον εργαλεία στα χέρια των αφεντικών. Με τον νόμο αυτό, ολόκληρη η ζωή των εργαζομένων μπαίνει στην τροχιά της καπιταλιστικής κερδοφορίας, υιοθετώντας ένα «νέο και ευέλικτο μοντέλο διευθέτησης του χρόνου εργασίας», νομοθετώντας τη 10ωρη εργασία χωρίς υπερωριακή αμοιβή όταν οι ανάγκες της εργοδοσίας είναι αυξημένες και την υποαπασχόληση όταν οι ανάγκες είναι μειωμένες. Ο χρόνος εργασίας γίνεται λάστιχο και αυξομειώνεται ανάλογα με τις επιθυμίες του κεφαλαίου και η εργάσιμη μέρα επιμηκύνεται χωρίς κόστος. Ταυτόχρονα: επιχειρείται ουσιαστική κατάργηση του δικαιώματος της απεργίας σε κρίσιμους κλάδους για το κεφάλαιο (αφού προβλέπεται ποσοστό 40% των εργαζομένων ως προσωπικό ασφαλείας), χτυπάει τις δια ζώσης διαδικασίες του εργατικού κινήματος (γεγονός που αυξάνει το ενδεχόμενο εργοδοτικής αυθαιρεσίας και εκβιασμών), εγκληματοποιεί τις απεργιακές περιφρουρήσεις, νομιμοποιεί το φακέλωμα των εργατικών σωματείων, αποδυναμώνει την Επιθεώρηση Εργασίας (αφού μεταθέτει την επίλυση των συλλογικών διαφορών στο στημένο γήπεδο του ΟΜΕΔ), διευκολύνει ακόμα περισσότερο τις απολύσεις (αφού αποκόβει τον απολυμένο εργαζόμενο από το εργασιακό του περιβάλλον και τους συναδέλφους του ώστε να μην προκύψουν αγώνες επαναπρόσληψης) και δίνει ακόμα μια ώθηση στην οριστική κατάργηση της κυριακάτικης αργίας.

Σίγουρα, μέσα στο 2020 η νεοφιλελεύθερη/ακροδεξιά κυβέρνηση έχει να επιδείξει πλούσιο έργο στην ταξική/κατασταλτική διαχείριση της πανδημίας, με σκοπό την ομαλή λειτουργία της καπιταλιστικής κανονικότητας. Όσα βιώσαμε το 2020 δεν είναι ο επίλογος μιας μνημονιακής δεκαετίας, κατά την οποία «οι κόποι και οι θυσίες άξιζαν τον κόπο και μπαίνουμε σε ένα νέο ξέφωτο». Είναι ο πρόλογος για ένα νέο κύκλο επίθεσης που θα διαρκέσει για δεκαετίες και θα γίνει στο όνομα της τιθάσευσης του χρέους, της δημοσιονομικής πειθαρχίας, της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Και ταυτόχρονα το κράτος θα ζητάει ταξική ανακωχή και εθνική ενότητα (με παράλληλη πάταξη του εσωτερικού εχθρού), ακριβώς επειδή στη δίνη της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης και των γεωπολιτικών ανταγωνισμών και ισορροπιών, έχει πάρει θέση μάχης. Γι’ αυτό και παραμένουν πάντα επίκαιροι και επαναστατικοί οι στόχοι για μονομερή διαγραφή του χρέους, για κλείσιμο των βάσεων και τω ν στρατιωτικών εγκαταστάσεων του ευρωατλαντικού ιμπεριαλισμού, για έξοδο από ΕΕ και ΝΑΤΟ. Γι’ αυτό δεν μπορούν να διαχωριστούν η ταξική πάλη και ο αντιιμπεριαλιστικός αγώνας: «Μέσα στην ασφυκτική καθημερινότητα της ανεργίας, των χαμηλών μισθών και των υψηλών ενοικίων, να βρούμε τη δύναμη να απεργήσουμε, να διαδηλώσουμε, να συγκρουστούμε. Να αναμετρηθούμε νικηφόρα με τους γδάρτες των ονείρων μας. Να δημιουργήσουμε ένα πλατύ αντιπολεμικό κίνημα που θα βάλει ανάχωμα στη μετατροπή της χώρας σε ΝΑΤΟϊκό πολεμικό ορμητήριο και θα αποτρέψει την πολεμική προετοιμασία, που θα μπλοκάρει τον μιλιταρισμό, τον εθνικισμό και μια γενικευμένη προλεταριακή σφαγή για τα συμφέροντα των αστικών τάξεων (…) Είναι λοιπόν καιρός να αφήσουμε πίσω μας τη συγκρατημένη απαισιοδοξία και να περάσουμε στα σχέδια οργάνωσης και αντεπίθεσης» [15].

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

  1. Βλ. «Μετατρέποντας το χρήμα σε εξέγερση. Η ιστορία των επαναστατών ληστών τραπεζών στη Δανία, 1970-1989», εκδόσεις Δαίμων του Τυπογραφείου.
  2. Βλ. Δημήτρης Κουφοντίνας: «Η γεωπολιτική της 17Ν στον ενιαίο χώρο Ελλάδα-Τουρκία», εκδ. Μονοπάτι. Το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα πολύ χρήσιμο και δομημένο ανάγνωσμα, ακόμα και αν διαφωνεί κανείς με αρκετές από τις πτυχές της ανάλυσης του συντρόφου, όπως συμβαίνει με την οπτική του σχετικά με τον χαρακτήρα του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού.
  3. Βλ. «Τα δέκα χρόνια που συγκλόνισαν τον κόσμο: ένας διάλογος με τον R. Sciortino» (Il Lato Cattivo, 6/12/202, μετάφραση στα ελληνικά Προλεταριακή Πρωτοβουλία).
  4. Τα τελευταία χρόνια ο ανταγωνισμός ΗΠΑ-Γερμανίας έχει οξυνθεί με βασικά επίδικα το γερμανικό εμπορικό πλεόνασμα, την απειλή επιβολής δασμών που θα χτυπήσουν τη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία, την αποχώρηση των ΗΠΑ από διεθνείς συμφωνίες (όπως η πυρηνική συμφωνία με το Ιράν), η απροθυμία της Γερμανίας να επωμιστεί μεγαλύτερο οικονομικό βάρος για το ΝΑΤΟ (γεγονός που οδηγεί τις ΗΠΑ να μιλάνε ακόμα και για παρασιτισμό) και η συνεργασία της Γερμανίας με τη Ρωσία στον ενεργειακό τομέα. Στα τέλη του 2019 οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν την επιβολή κυρώσεων στη Γερμανία, με σκοπό να εμποδίσουν τον αγωγό φυσικού αερίου Nord Stream 2 από τη Ρωσία στη Γερμανία. Η επιβολή των κυρώσεων έγινε με σύμφωνη γνώμη Ρεπουμπλικάνων και Δημοκρατικών.
  5. Δείγμα αυτών των (ανολοκλήρωτων) τάσεων απογαλακτισμού είναι οι συζητήσεις που έχουν ανοίξει για ευρωπαϊκή «αμυντική αυτονομία», ανάπτυξη κοινών σχεδίων και στρατιωτικών ικανοτήτων («Μόνιμη Δομημένη Συνεργασία») και υποστήριξη για κοινό στρατιωτικό υλικό και ερευνητικά σχέδια («Ευρωπαϊκό Αμυντικό Ταμείο»). Ωστόσο, οι συζητήσεις αυτές έχουν ξεκινήσει δεκαετίες τώρα, καθώς η ΕΕ χαρακτηρίζεται από ταχύτητες χελώνας και αντανακλαστικά Ραν Ταν Πλαν.
  6. Τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες ρωσικού φυσικού αερίου, κάτι που προκαλεί τη δυσφορία των ΗΠΑ. Η Ρωσική Ομοσπονδία είναι ο μεγαλύτερος κάτοχος αποθεματικών φυσικού αερίου διεθνώς, γεγονός που της δίνει διαπραγματευτική ισχύ. Όσον αφορά την Ελλάδα, όλα τα προηγούμενα χρόνια κάλυπτε το 70% των αναγκών της για φυσικό αέριο από τη Ρωσία. Η υπαγωγή, όμως, της Ελλάδας στους αμερικανικούς ενεργειακούς σχεδιασμούς ανατρέπει τους συσχετισμούς. Μέσα από την εισαγωγή αμερικανικού LNG η Ελλάδα διαφοροποιεί τις πηγές προμήθειας με σκοπό να μειώσει το ρόλο της Ρωσίας και της Τουρκίας στην περιοχή. Η υπαγωγή στους αμερικανικούς σχεδιασμούς γίνεται μέσα από τη χρηματοδότηση από το πρόγραμμα της «Διεθνούς Οικονομικής Ανάπτυξης» (DFC), που δημιουργήθηκε από το αμερικανικό Κογκρέσο ως απάντηση στην κινεζική πρωτοβουλία «Belt and Road». Σύμφωνα με τον Τζέφρι Πάιατ: «Όσον αφορά την DFC, η Ελλάδα είναι μια από τις κορυφαίες προτεραιότητές τους στην Ευρώπη (…) Η DFC έχει σαφή εντολή να εργαστεί στα Δυτικά Βαλκάνια, και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον η Αλεξανδρούπολη είναι τόσο σημαντική. Επειδή τα έργα εκεί συνδέονται με πράγματα όπως η διασύνδεση φυσικού αερίου με τη Βόρεια Μακεδονία, η προοπτική μεταφοράς φυσικού αερίου στη Σερβία κλπ».
  7. Η συνεργασία αυτή επεκτείνεται και στον στρατιωτικό τομέα, με κοινές στρατιωτικές ασκήσεις. Για παράδειγμα, στα τέλη του 2019 Ρωσία, Κίνα και Ιράν πραγματοποίησαν άσκηση «ναυτικής ασφάλειας» σε ολόκληρο τον Περσικό Κόλπο, τον κόλπο του Ομάν και τον Ινδικό Ωκεανό, αμφισβητώντας την αμερικανική παντοδυναμία σε ύδατα που μέχρι πρότινος ελέγχονταν από τον 5ο στόλο των ΗΠΑ. Τον Σεπτέμβριο του 2020 Ρωσία, Κίνα και Ιράν πήραν μέρος μαζί με άλλες φιλικές δυνάμεις σε στρατιωτική άσκηση στον Καύκασο. Ωστόσο, παρά τις κοινές προσπάθειες, η Ρωσία και η Κίνα δεν έχουν ακόμα δημιουργήσει έναν ισοδύναμο στρατιωτικό μηχανισμό με το ΝΑΤΟ.
  8. Στην πραγματικότητα οι σχέσεις Πούτιν-Λουκασένκο είναι λίγο πιο περίπλοκες. Ο Λουκασένκο θεωρείται «δύσκολος εταίρος» για τους Ρώσους, ενώ έφτασε στο σημείο να συλλάβει δεκάδες μισθοφόρους της Wagner κατηγορώντας το Κρεμλίνο για σχεδιασμό πραξικοπήματος εναντίον του. Ωστόσο, η Ρωσία προστατεύει το καθεστώς Λουκασένκο απέναντι στην απόπειρα αποτροπής του από τη φιλοδυτική αντιπολίτευση, καθώς θεωρεί τη Λευκορωσία ως στρατηγικό ανάχωμα στη γεωστρατηγική της περικύκλωση. Στο πλαίσιο αυτό ο Πούτιν ενέκρινε δάνειο 1,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων στη Λευκορωσία και δημιούργησε «αστυνομική εφεδρεία» που είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμη να παρέμβει για την προστασία του καθεστώτος του Μινσκ. Έτσι, ολοένα και βαθαίνει η εξάρτηση της Λευκορωσίας από το ρωσικό κεφάλαιο και το κράτος του, παρά τα κατά καιρούς πεισματάκια του Λουκασένκο.
  9. Το τελευταίο διάστημα παρατηρούμε έντονη αμερικανική παρέμβαση για εξομάλυνση των σχέσεων των αντιδραστικών αραβικών καθεστώτων με το Ισραήλ. Έτσι, με τη μεσολάβηση των ΗΠΑ είχαμε τι λεγόμενες «συμφωνίες του Αβραάμ» ανάμεσα στο Ισραήλ και το Μπαχρέιν, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Σουδάν. Επίσης, πάλι με μεσολάβηση των ΗΠΑ, ξεκινούν διαπραγματεύσεις μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου σχετικά με τις συνοριακές εκκρεμότητες και την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών των δύο χωρών. Τέλος, μετά το εμπάργκο εναντίον του Κατάρ από το 2017, με αμερικανική διαμεσολάβηση από τις αρχές του 2021 ξεκινά το ξεπάγωμα των σχέσεων Κατάρ και Σαουδικής Αραβίας, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πλήρη εξομάλυνση και παύση των ανταγωνισμών. Ας ληφθεί υπ’ όψη πως στο Κατάρ έχουν σοβαρή στρατιωτική παρουσία τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Τουρκία. Επίσης, αξίζει τον κόπο να ασχοληθούμε με έναν ακόμα «θερμό» ανταγωνισμό, αυτόν ανάμεσα στο Αζερμπαϊτζάν και την Αρμενία, που διευθετήθηκε μέσα από πολεμική σύρραξη. Κερδισμένοι της σύρραξης βγήκαν οι Τούρκοι (που βοήθησαν στρατιωτικά τους Αζέρους) και οι Ρώσοι (που εδραίωσαν τη στρατιωτική τους παρουσία στην Αρμενία). Ήδη στη Δύση ακούγονται γκρίνιες για την ολιγωρία της ΕΕ που δεν ανακατεύτηκε εγκαίρως στη σύγκρουση, ανοίγοντας το δρόμο για την αναβάθμιση της παρουσίας της Τουρκίας και της Ρωσίας στην περιοχή. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί πως στα πλαίσια του εξοπλισμού του από την Τουρκία, το Αζερμπαϊτζάν χρησιμοποίησε drones τουρκικής κατασκευής για τη διεξαγωγή αεροπορικών επιθέσεων στην Αρμενία, γεγονός που του έδωσε συγκριτικό πλεονέκτημα (τουρκικά drones έχουν χρησιμοποιηθεί και στη Συρία και τη Λιβύη).
  10. Adam Schiff: «Οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ δεν είναι προετοιμασμένες για την κινεζική απειλή. Χρειάζεται μια θεμελιώδης ανακατάταξη για να αντιμετωπίσει το Πεκίνο». Δημοσιευμένο στο Foreign Affairs στις 9 Νοεμβρίου του 2020.
  11. Φθορά που αντανακλάται και στο εσωτερικό των ΗΠΑ, με τις φυλετικές ταραχές που συγκλόνισαν τη χώρα, αλλά και την εισβολή ακροδεξιών οπαδών του Τραμπ στο Καπιτώλιο, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν τέσσερις φασίστες κι ένας μπάτσος. Για ακόμα μια φορά, τα συστημικά μέσα προσπαθούν να «εξηγήσουν» τα γεγονότα ψυχολογικοποιώντας τη σύγκρουση και ρίχνοντας τις ευθύνες στην «τρέλα» και την «ιδιοτροπία» του Τραμπ. Ακριβώς όπως κάνουν με τον εθνικοσοσιαλισμό και τον Χίτλερ. Αγνοώντας, δηλαδή, τις κοινωνικές δυναμικές, τις βαθιές αιτίες κι αντιφάσεις, και τη στήριξη μερίδας του μεγάλου κεφαλαίου στη συγκεκριμένη πολιτική έκφραση. Ο Τραμπ δεν είναι ένας «απομονωμένος τρελός», έλαβε 75 εκατομμύρια ψήφους, εκφράζει συγκεκριμένη παράδοση της αμερικανικής πολιτικής και έχει τη στήριξη μερίδας της αστικής τάξης, που πίσω από το σύνθημα «Πρώτα η Αμερική» επιδιώκει την αυτάρκεια και τη μείωση των παγκόσμιων φιλοδοξιών της χώρας για την «καλύτερη εξυπηρέτηση της ασφάλειάς της» (δηλαδή των συμφερόντων της συγκεκριμένης μερίδας του κεφαλαίου).
  12. Σε πρόσφατη «Λευκή Βίβλο» της ΕΕ η Κίνα χαρακτηρίζεται ως: «συστηματικός αντίπαλος που προωθεί εναλλακτικά πρότυπα διακυβέρνησης».
  13. Σύμφωνα με τον τρόπο υπολογισμού που γίνεται με τη μεθοδολογία της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης/Ενισχυμένης Εποπτείας, το πρωτογενές πλεόνασμα στην πραγματικότητα ήταν 3,6%, οριακά πάνω από το στόχο της σύμβασης. Αντίστοιχα, το 2016 ήταν 3,8% (με στόχο 0,5%), το 2017 ήταν 4,1% (με στόχο 1,75%) και το 2018 ήταν 4,2% (με στόχο 3,5%). Όπως είναι σαφές, η «ριζοσπαστική αριστερά» ήταν άριστη μαθήτρια του νεοφιλελευθερισμού…
  14. Ακόμα μια κίνηση εξυπηρέτησης των συμφερόντων των τραπεζών ήταν η ψήφιση του νέου Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 4738/2020), ο οποίος ενσωματώνει την Οδηγία 2019/1023 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Κομισιόν, με σκοπό: «την εναρμόνιση των πλαισίων αφερεγγυότητας στην ΕΕ».
  15. Αποσπάσματα από ανακοινώσεις της Ταξικής Αντεπίθεσης.  

Πολύκαρπος Γεωργιάδης Φυλακές Λάρισας 13/01/2021